φενιανός

φενιανός
-ή, -ό, Ν
φρ. «φενιανός κύκλος»
λογοτ. διηγήσεις και μπαλάντες τής ιρλανδικής γαελικής λογοτεχνίας με θέμα τα κατορθώματα τού μυθικού Φιν ΜακΚούμχαϊλ και τών συντρόφων του πολεμιστών τής θρυλικής ομάδας Φιάνα Έιρεαν.
[ΕΤΥΜΟΛ. Μεταφορά στην ελλ. ξεν. όρου, πρβλ. αγγλ. fenian].

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Нужен реферат?

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”